Wednesday, March 20, 2019

Η όψιμη αγάπη των “γεφυροποιών” για τον Τσίπρα

Εντύπωση έχουν προκαλέσει ομολογουμένως το τελευταίο διάστημα ορισμένα θετικά σχόλια πολιτικών, στελεχών και προσωπικοτήτων της Κεντροαριστεράς για το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Ο άνθρωπος που καθύβρισε όσο κανείς άλλος την Κεντροαριστερά, που δεν είχε κανένα δισταγμό να στήσει προανακριτικές επιτροπές για στελέχη της με ψεύτικα στοιχεία, που οδήγησε τη χώρα στο χείλος της ασύντακτης εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη χρέωσε με τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ ζημιά, έγινε ξάφνου “χαρισματικός άνθρωπος”, “συμπαθής” και “πολιτικός που πιάνει πουλιά στον αέρα”.


Επειδή τα σχόλια αυτά δεν ήρθαν από ανθρώπους αφελείς ή έχοντες χαμηλό πολιτικό κριτήριο, δημιουργείται εύλογα η απορία τι προκάλεσε αυτή τη μεταστροφή και σε τι αποσκοπούν αυτά τα θερμά λόγια. Κάποιοι σκέφτονται προεκλογικές συμπράξεις και ανταλλάγματα, κάποιοι άλλοι υποθέτουν στήριξη για κάποια συμφωνία με την Τουρκία και κάποιοι άλλοι με πιο συνωμοτική σκέψη βλέπουν μια προσπάθεια υπονόμευσης του Κινήματος Αλλαγής. Πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι διαφορετικό και είναι ένας συνδυασμός των μακροπρόθεσμων προοπτικών του Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικού και του τρόμου που έχει αρχίσει να κυριεύει μια μερίδα των ανθρώπων της Κεντροαριστεράς που διακατέχονται από το σύνδρομο της “δεξιοφοβίας”.

Στα μάτια αυτών των κεντροαριστερών ο Αλέξης Τσίπρας θα είναι ο κυρίαρχος παίκτης του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς για τα επόμενα πολλά χρόνια, καθώς δεν θεωρούν ότι η Φώφη Γεννηματά μπορεί να ενσαρκώσει σε ικανοποιητικά βαθμό το ρόλο του ηγέτη της Κεντροαριστεράς. Προς το παρόν τη στηρίζουν για λόγους μίνιμουμ πολιτικής και κομματικής συνέπειας αλλά οι περισσότεροι θεωρούν ότι μετά τις εκλογές, το Κίνημα Αλλαγής θα διαλυθεί και ένα μεγάλο μέρος του θα συνταχθεί ή θα απορροφηθεί από το Σύριζα στα πλαίσια της δημιουργίας μιας “μεγάλης Αριστεράς”. Οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ Σύριζα και ΚινΑλ σχετικοποιούνται σε αυτό το πλαίσιο, καθώς υπάρχει η αντίληψη ότι “και ο Σύριζα πρέπει να μετακινηθεί προς τα κεντοαριστερά και το ΚινΑλ πρέπει να μετακινηθεί προς τα αριστερά”, οπότε “θα βρεθεί στην πορεία ο κοινός ιδεολογικός χώρος”.

Και ενώ οι, κατά τους “γεφυροποιούς”, ηγετικές ικανότητες του Τσίπρα είναι ο ένας λόγος για την όψιμη αγάπη προς το πρόσωπό του, ο άλλος αφορά στον τρόμο που έχει αρχίσει ήδη να κυριεύει το χώρο αυτό γύρω από μια επερχόμενη “δεξιά ηγεμονία” στη χώρα, η οποία, κατ' αυτούς πάντα, οφείλει να έχει απέναντί της έναν ισχυρό “αριστερό” πόλο.

Αυτό το σκεπτικό είναι εξαιρετικά πιθανό να είναι σε γνώση και του ίδιου του Τσίπρα, και πολλές από τις τελευταίες κινήσεις του δείχνουν ότι εξυπηρετούν μια τέτοια προοπτική. Ακόμη και η συνειδητή απώλεια του συνταγματικού όπλου του άρθρου 32 για πρόκληση πρόωρων εκλογών την άνοιξη του 2020 ενδέχεται να εντάσσεται σε ένα μακρόπνοο σχεδιασμό για “ομογενοποίηση” Σύριζα και ΚινΑλ σε βάθος τετραετίας.

Το μέλλον βέβαια θα δείξει εάν η Φώφη Γεννηματά και το ΚινΑλ θα αποτελέσουν τα εύκολα θύματα του Τσίπρα για τη διατήρησή του στο προσκήνιο της πολιτικής.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' στις 19 Μαρτίου 2019

Saturday, March 9, 2019

Το μήνυμα των ευρωεκλογών πρέπει να ακουστεί


Η διγλωσσία του Σύριζα ως προς τον χρόνο των εθνικών εκλογών και η αγωνιώδης προσπάθεια του Μαξίμου να εμφανίσει τις ευρωεκλογές ως μια αναμέτρηση ανάμεσα στις “προοδευτικές δυνάμεις” και την “ακροδεξιά” κινδυνεύει να θολώσει το πραγματικό μήνυμα των ευρωπαϊκών εκλογών που είναι ο αγώνας για ενδυνάμωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις προκλήσεις του 21ου αιώνα και τα λάθη και παραλήψεις των παρελθόντων ετών.


Όσο και να υπάρχει αντικειμενικά η ανάγκη να καταδειχθεί η χρεοκοπία του εγχώριου λαϊκισμού και να φανεί ότι η χώρα έχει απόλυτη ανάγκη από μια ουσιαστικά και εις βάθρων πολιτική αλλαγή, οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν υποχρέωση να μην υποβιβάσουν το μήνυμα των ευρωεκλογών έναντι του εθνικού διακυβεύματος, το οποίο όμως θα κριθεί στις εθνικές εκλογές. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εάν τελικά οι εθνικές εκλογές διεξαχθούν τον Οκτώβριο, ο Σύριζα θα προσπαθήσει να αποσυνδέσει τις ευρωεκλογές από τις εθνικές πολιτικές και να περάσει το θολό μήνυμα του “προοδευτικού μετώπου κατά της ακροδεξιάς και της νεοφιλελεύθερης λιτότητας”.

Η ψευδεπίγραφη αυτή πολιτική ατζέντα του Σύριζα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις με ουσιαστικά επιχειρήματα και προτάσεις για το μέλλον της ΕΕ και πολύ λιγότερο για το πως πρέπει να διακυβερνηθεί η χώρα μετά την εκλογική ήττα του Αλέξη Τσίπρα και των συντρόφων του. Από τις αρχές του 2015 και μετά οι Έλληνες πολίτες βομβαρδίστηκαν από τις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά και κάποιες κατ' όνομα φιλοευρωπαϊκές, με έναν καταιγισμό αντιευρωπαϊκής προπαγάνδας, fake news και λαϊκισμού, σε σημείο το ένα τρίτο των Ελλήνων και ίσως και παραπάνω να θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας δυνάστης που εκμεταλλεύεται τη δύσμοιρη την Ελλάδα και πως είμαστε εγκλωβισμένοι στην Ευρωζώνη λόγω των Μνημονίων, του χρέους και κάποιας διεθνούς εβραιομασονικής συνωμοσίας.

Δέκα χρόνια μετά την χρεοκοπία της χώρας και τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για τους όρους της διάσωσης της χώρας, οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έχουν απευθυνθεί με θάρρος και παρρησία στον Ελληνικό λαό για να του εξηγήσουν τα οφέλη, τα πλεονεκτήματα, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις προοπτικές που απορρέουν από τη συμμετοχή στη μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική συνομοσπονδία στον κόσμο. Ακόμη και για τα αίτια της κρίσης, μέχρι στιγμής έχουν ειπωθεί μισόλογα διότι υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, είτε των ιδίων των πολιτικών ηγετών της χώρας, είτε μεγαλόσχημων κομματικών παραγόντων που εκβιάζουν με κάθε τρόπο για να μην αποκαλυφθεί ο πλήρης ρόλος τους στην κατάρρευση της χώρας. Μόλις πρόσφατα, στο Φόρουμ των Δελφών, ειπώθηκαν κάποιες αλήθειες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος ανέλαβε ένα μέρος από την ευθύνη που του αναλογεί.

Οι ευρωεκλογές του Μαΐου είναι μια χρυσή ευκαιρία αλλά και υποχρέωση των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας να βοηθήσουν έμπρακτα στην αποκατάσταση της σχέσης των Ελλήνων πολιτών με το ευρωπαϊκό ιδεώδες και το ευρωπαϊκό όραμα και να γίνει η Ελλάδα η εμπροσθοφυλακή του ευρωπαϊσμού ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Και οι ευκαιρίες για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι πολλές: υπάρχουν τα σοβαρά επιτεύγματα της Προεδρίας Γιούνκερ 2014-2019, τα οποία πρέπει να αναδειχθούν και να εξηγηθούν.


· Το γιγαντιαίο πακέτο Γιούνκερ που έχει ενεργοποιήσει κεφάλαια άνω των 420 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων πολλά δις στην Ελλάδα.


· Οι παγκόσμια πρωτοπόρες εμπορικές συμφωνίες με τον Καναδά και την Ιαπωνία, οι οποίες ανοίγουν τεράστιες εμπορικές και επιχειρηματικές δυνατότητες για δεκάδες χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις και παραγωγούς.


· Η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης που θα οδηγήσει το πολύ σε πέντε χρόνια στην εγγύηση των καταθέσεων και την εξυγίανση των Ευρωπαϊκών και των ελληνικών Τραπεζών.
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής που στην τελική της μορφή θα αποτελέσει και μια de facto ευρωπαϊκή αναγνώριση των ελληνικών συνόρων στο Αιγαίο.


· Οι βάσεις που τέθηκαν για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα με τη δημιουργία της PESCO,
και δεκάδες άλλες πολιτικές της καθημερινότητας, όπως η κατάργηση των τελών περιαγωγής στα κινητά τηλέφωνα.

Όλα αυτά, όπως και τα μεγάλα διακυβεύματα της επόμενης ημέρας για την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποτελέσουν κεντρικά σημεία συζήτησης με την ελληνική κοινωνία τις 80 ημέρες που απομένουν μέχρι τις ευρωπαϊκές εκλογές. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να πληροφορηθούν οι ψηφοφόροι ποιές είναι οι διαφορές ανάμεσα στις φιλοευρωπαϊκές ομάδες και τα γκρουπ των χωρών-μελών για την εμβάθυνση και τη μετεξέλιξη των ευρωπαϊκών θεσμών, τι έχει προτείνει πχ ο Εμμανουέλ Μακρόν, τι αντιπροτείνουν οι Βόρειοι της Χανσεατικής Λίγκας, που βρίσκεται σε όλα το αντιμεταναστευτικό γκρουπ του Βίζεγκραντ, τι πρεσβεύει η Γερμανία και άλλα πολλά.

Πάνω από όλα όμως πρέπει να διαφανεί, έστω και αχνά, τι συμφέρει την Ελλάδα του 21ου αιώνα και της μεταμνημονιακής εποχής, με ποιές ευρωπαϊκές συμμαχίες μας συμφέρει να συνταχθούμε και τι μπορούμε ως χώρα να προσφέρουμε ως σκέψεις και προτάσεις σε αυτή την κρίσιμη για το μέλλον της Ευρώπης διαδικασία και συγκυρία.

Αρκεί να καταλάβουμε επιτέλους ότι η Ευρώπη μας αφορά πραγματικά.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' στις 8 Μαρτίου 2019

Saturday, February 9, 2019

Γιατί η Βενεζουέλα αφορά την Ελλάδα

Πολύ μεγάλες διαστάσεις έχει πάρει και στην Ελλάδα το ζήτημα των πολιτικών εξελίξεων στη Βενεζουέλα και το αν πρέπει να αναγνωριστεί ως μεταβατικός πρόεδρος της χώρας ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Χουάν Γκουαϊδό ή εάν ο νυν πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο είναι ο νόμιμος αρχηγός του κράτους. Ένα ερώτημα όμως που μπορεί να θέσει ένας απλός πολίτης ενώπιον αυτής της αντιπαράθεσης είναι “Και τι νοιάζει εμάς η Βενεζουέλα; Δεν ανήκει καν στην Ευρώπη”.


Για να απαντήσουμε στο λογικό αυτό ερώτημα θα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε πως έφτασε η Βενεζουέλα στη σημερινή κατάσταση της απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης ενώ πριν από τρεις δεκαετίες ήταν όχι μόνο μια πλήρως ευημερούσα χώρα και πως εξελίχθηκαν τα πολιτικά πράγματα για να φτάσει η χώρα στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Τη δεκαετία του '20 ανακαλύφθηκαν στη Βενεζουέλα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, τα οποία τα επόμενα αποδείχθηκαν ότι είναι τα μεγαλύτερα στον κόσμο, μεγαλύτερα ακόμη και από της Σαουδικής Αραβίας. Η εκμετάλλευση αυτών των κοιτασμάτων έφερε μεγάλο πλούτο στη χώρα, παρότι οι αμερικανικών συμφερόντων πετρελαϊκές εταιρείες ελάμβαναν μεγάλα ποσοστά από τα έσοδα μέσω συμφωνιών που κλείστηκαν με τους δικτάτορες που κυβερνούσαν τις δεκαετίες του '40 και του '50. Η οικονομική ανάπτυξη ήταν τόσο ραγδαία που το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Βενεζουέλας έφτασε τη δεκαετία του '50 να είναι το τέταρτο υψηλότερο στον κόσμο. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '80 η Βενεζουέλα ήταν η πιο πλούσια χώρα της Λατινικής Αμερικής και η πολιτική κατάσταση ήταν αρκετά ομαλή με δυο κόμματα να εναλλάσσονται στην εξουσία. Ο εύκολος πλουτισμός όμως έφερε μεγάλη διαφθορά και δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία κυβερνητική μέριμνα για να ανάπτυξη και άλλων τομέων της οικονομίας και παράλληλα υπήρχε και αυξανόμενος δανεισμός με βάση τα μελλοντικά έσοδα από το πετρέλαιο. Όταν όμως μετά τα μέσα της δεκαετίας του '80 οι τιμές του πετρελαίου έπεσαν δραματικά, τα πράγματα άρχισαν να γίνονται άσχημα και ο συνδυασμός χαμηλών κρατικών εσόδων και υψηλού δανεισμού οδήγησε τη χώρα το 1989 σε μνημόνιο προσαρμογής από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Εδώ είναι που τα γεγονότα στη Βενεζουέλα αρχίζουν να θυμίζουν την ελληνική κρίση. Ο λαός που είχε μάθει στο εύκολο χρήμα και την κατανάλωση και έπρεπε να υποστεί σοβαρή μείωση των εισοδημάτων του εξεγέρθηκε, νοιώθοντας προδομένος από την πολιτική τάξη της χώρας που δεν προνόησε να αποφευχθεί η οικονομική κρίση, ενώ ήταν φανερό ότι ήταν και πολύ διεφθαρμένη. Η εξέγερση καταπνίγηκε με τα τανκς και ακολούθησαν τρια χρόνια σκληρής λιτότητας και επώδυνων μεταρρυθμίσεων της οικονομίας, ώσπου το 1992 εμφανίστηκε ένας αντισυνταγματάρχης ονόματι Ούγο Τσάβες, ο οποίος ηγήθηκε σε δυο απόπειρες πραξικοπήματος. Ο Τσάβες απέτυχε μεν να ανατρέψει τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και φυλακίστηκε αλλά εγγράφηκε στη συνείδηση του λαού ως ο άνθρωπος που μπορεί να σώσει τη Βενεζουέλα από τη λιτότητα και την αδικία. (Σας θυμίζει κάποιον Έλληνα πολιτικό με τον οποίο είχε μετά από χρόνια πολύ καλές σχέσεις;)

Το 1994 ξέσπασε σοβαρή τραπεζική κρίση και επιβλήθηκαν capital controls και συναλλαγματικοί περιορισμοί. (Οι συμπτώσεις συνεχίζονται). Η κυβέρνηση υπό την πίεση της κοινής γνώμης απελευθέρωσε τον Τσάβες και όλους τους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς, οι οποίοι πλέον οργανώθηκαν σε πολιτικό κίνημα. Το 1998 ο Τσάβες κέρδισε τις προεδρικές εκλογές και επέβαλλε την αλλαγή του Συντάγματος το 1999 καθιερώνοντας τη “Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας”. Κερδίζοντας δε την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, πήρε την εξουσιοδότησή της να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, καταργώντας ουσιαστικά κάθε έννοια αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Παράλληλα προχώρησε στην εγκαθίδρυση ενός κομματικού καθεστώτος σε όλη τη δημόσια διοίκηση της χώρας, τις κρατικές επιχειρήσεις και την υπερπολύτιμη κρατική εταιρεία πετρελαίων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η άλωση του κράτους ήταν σαρωτική και είχαν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα δείγματα αυταρχισμού και αυθαίρετων συλλήψεων μελών της αντιπολίτευσης.

Η συνταγή της καταστροφής που επέβαλλε ο Τσάβες ήταν ένα συνδυασμός άκρατου λαϊκισμού ντυμένου με εθνικιστικό μανδύα, τραγικής ανικανότητας στη διακυβέρνηση και ενός εντελώς αντιπαραγωγικού σοσιαλιστικού μοντέλου στην Οικονομία. Το καθεστώς μοίραζε χρήματα στον λαό με τη σέσουλα για να καταπολεμηθεί υποτίθεται η φτώχεια και οι ανισότητες και έτσι ρήμαξαν τα αποθεματικά του Δημοσίου. Παράλληλα δεν προωθήθηκε καθόλου η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ενώ καταπολεμήθηκαν σαν εχθρικές όλες οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Το Κράτος έριχνε αφειδώς χρήματα σε κρατικές Τράπεζες, οι οποίες ήταν τεράστιες μαύρες τρύπες και βαρέλια δίχως πάτο και παράλληλα αμεληθηκαν και τραγικά οι δημόσιες υποδομές και το κράτος πρόνοιας. (Σας θυμίζει και αυτό κάτι;)  Όσο δε χειροτέρευε η κατάσταση, τότε εφαρμόζονταν ανόητες και γελοίες οικονομικές ιδέες σοσιαλιστικού πειραματισμού, οι οποίες επέτειναν την κρίση αντί να την περιορίσουν.

Η τραγική ιστορία της Βενεζουέλας έχει σοβαρά διδάγματα και για την Ελλάδα. Η αμεριμνησία στα χρόνια της ευημερίας, ο κακός οικονομικός προγραμματισμός, η εκτεταμένη διαφθορά της πολιτικής τάξης, η έλλειψη ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων στην Οικονομία, ο εθνικολαϊκισμός και η απέχθεια για τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τα σοσιαλιστικά πειράματα είναι φαινόμενα που τα έχουμε ζήσει ή τα ζούμε και στην Ελλάδα. Εάν κάνουμε μια σύγκριση με τα γεγονότα που έχουμε ζήσει τα τελευταία δέκα χρόνια στη χώρα θα δούμε ότι ο μοναδικός παράγοντας που μας έσωσε για να μην γίνουμε και εμείς Βενεζουέλα ήταν η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Δύση. Η καταστροφή της Βενεζουέλας ήρθε ενώ είχε ισχυρή συμμαχία με τη Ρωσία, την Κούβα και την Κίνα.

Wednesday, February 6, 2019

Όμηρος των υπολογισμών του Τσίπρα η χώρα

Η δραματική υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών και οι επιπτώσεις που αυτή επέφερε στο πολιτικό σκηνικό και την Κυβέρνηση έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο εντός του οποίου η χώρα θα κινηθεί τους επόμενους μήνες προς τις βουλευτικές εκλογές, είτε αυτές γίνουν τον Μάιο είτε τον Οκτώβριο. Μετά και τη διάλυση της κυβερνητικής συμμαχίας του Σύριζα με τους ΑΝΕΛ και τη διαμόρφωση της νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας με τους 6 “προθύμους”, το κλειδί των εξελίξεων βρίσκεται πλέον στα χέρια του Αλέξη Τσίπρα.


Ο Πρωθυπουργός των κάθε είδους πλειοψηφιών και συσχετισμών καλείται μέσα στις επόμενες πενήντα το πολύ ημέρες να αποφασίσει το πότε θα τεθεί αντιμέτωπος με την Νέμεσή του, που είναι οι επερχόμενες εκλογές τι οποίες δεν μπορεί να αποφύγει, αν και ίσως να το ήθελε. Ο θέση του Τσίπρα θυμίζει τη θέση του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ. Μόνο που ο ένοικος του Μαξίμου έχει το προνόμιο να μπορεί να επιλέξει εάν η εκτέλεση του μοιραίου λακτίσματος συμβεί στον λογικό πολιτικό χρόνο που είναι τα τέλη Μαΐου μαζί με τις ευρωεκλογές ή στο τέλος της παράτασης που είναι οι αρχές Οκτωβρίου.

Μέσα στον Μάρτιο ο ηγέτης του Σύριζα πρέπει να πάρει τη μεγάλη απόφαση: Να επιλέξει τη διεξαγωγή των εκλογών τον Μάιο μαζί με τις ευρωεκλογές και το πρώτο ή το δεύτερο γύρο των αυτοδικοικητικών εκλογών, ή να εξαντλήσει όλο τον συνταγματικά προβλεπόμενο χρόνο και να διατηρηθεί στην εξουσία μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. Κάθε μια από τις δυο επιλογές έχει τα υπέρ και τα κατά της. Με όρους ορθολογικών πολιτικών υπολογισμών η περίπτωση του Μαΐου φαίνεται η λογική επιλογή. Μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας των πρώην ψηφοφόρων του Σύριζα θα μπορούσε να εκτονωθεί στις ευρωεκλογές και τις εκλογές για τις περιφέρειες και τους δήμους και να μπορέσουν έτσι να επαναπατρισθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι ψηφοφόροι του 2015. Ένας άλλος παράγοντας είναι η δουλειά στην περιφέρεια και στα αστικά κέντρα που μπορούν να κάνουν οι εκατοντάδες δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι που μπορούν να έχουν πιο εύκολη πρόσβαση στη “βάση” και τους απλούς πολίτες από τους Υπουργούς και τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος που έχουν φορτωθεί μεγάλο μέρος της φθοράς από τη διακυβέρνηση και τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Η επιλογή των εκλογών τον Οκτώβριο δεν συγκεντρώνει πολλά σοβαρά αβαντάζ. Η παραμονή στην εξουσία για τέσσερεις ακόμη μήνες δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρός λόγος, παρά μόνον η προσμονή ότι μέχρι τον Οκτώβριο θα έχει ξεχαστεί η υπόθεση του Σκοπιανού και οι ψηφοφόροι θα έχουν νοιώσει κάπως περισσότερο μια κάποια βελτίωση της οικονομίας. Η στρατηγική όμως του Οκτωβρίου αδυνατίζει πάρα πολύ εάν στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου η ΝΔ πετύχει μια καθαρή νίκη, διότι θα αποκτήσει αέρα νικητή και επερχόμενης κυβερνητικής δύναμης. Και τότε καμία “πειραγμένη” δημοσκόπηση δεν θα μπορέσει να θολώσει τα νερά και μεγάλο μέρος των  αναποφάσιστων θα μετακινηθούν προς τον διαφαινόμενο νικητή, την ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το ιστορικό προηγούμενο των εκλογών του 2009 και του 2014, όπου οι ευρωεκλογές προηγήθηκαν των εθνικών εκλογών, είναι καταλυτικό.

Σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες, ο Τσίπρας θα λάβει την τελική του απόφαση μετά τα μέσα Μαρτίου, όταν θα έχει κατασταλάξει η υπόθεση του Σκοπιανού και θα έχουν ψηφιστεί στη Βουλή τα υπόλοιπα μέτρα με τα οποία ελπίζει να δελεάσει κάποιους ψηφοφόρους. Τότε θα προκύψουν και οι κρίσιμες δημοσκοπήσεις που θα δείχνουν καθαρά τις τάσεις της κοινής γνώμης και τις πιθανότητες των κομμάτων για τις εκλογές του Μαΐου. Μέχρι τότε όμως η χώρα έχει ανάγκη από συγκεκριμένες πολιτικές οι οποίες έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος για τον Σύριζα, όπως είναι η μείωση του ορίου προστασίας της πρώτης κατοικίας, οι ιδιωτικοποιήσεις που δεν προχωρούν και τα υπόλοιπα προαπαιτούμενα για να εγκριθεί η εκταμίευση των 750 εκατομμυρίων ευρώ από το Eurogroup. Εάν ο Τσίπρας αποφασίσει να αφήσει τα επώδυνα μέτρα για αργότερα, τότε θα μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι πηγαίνουμε προς τετραπλές εκλογές τον Μάιο.

Monday, January 21, 2019

Το μετέωρο βήμα του Ποταμιού


Σε υπαρξιακό ζήτημα έχει εξελιχθεί για το Ποτάμι το ζήτημα της ψηφοφορίας για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών στη Βουλή, καθώς όχι μόνο έχει διχάσει την κοινοβουλευτική του ομάδα αλλά θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο του το μέλλον.

Είναι γνωστό ότι η ίδια η συγκρότηση του Ποταμιού το 2014 προήλθε από ανθρώπους με ανομοιογενή ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, καθώς το νεοπαγής αυτός πολιτικός σχηματισμός που ίδρυσε ο Σταύρος Θεοδωράκης προωθούσε σε μεγάλο βαθμό το αφήγημα του “τέλους των ιδεολογιών”. Έτσι βρέθηκαν στον ίδιο πολιτικό φορέα άνθρωποι που είχαν παλιότερα υποστηρίξει τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΑΣΟΚ της εποχής του Κώστα Σημίτη, τη Δράση, ακόμη και τη Νέα Δημοκρατία. Για όσο διάστημα το βασικό πολιτικό διακύβευμα της χώρας ήταν η διαχείριση του Μνημονίου και των πολιτικών του, οι όποιες ιδεολογικές αντιθέσεις εντός του Ποταμιού καλύπτονταν από το καθολικό αίτημα για παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη και την ατζέντα για εκσυγχρονισμό του Κράτους, της Παιδείας κλπ. Μόλις όμως η τρέχουσα πολιτική κατάσταση άγγιξε ζητήματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα, την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά συμφέροντα εκεί βγήκαν στην επιφάνεια οι εσωτερικές αντιφάσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο έχει πολύ ενδιαφέρον ότι το Ποτάμι μπορεί απέφυγε τη διάλυση παρ' όλη την αντιφατική και παταγωδώς αποτυχημένη απόφαση του Σταύρου Θεοδωράκη να συμμετάσχει σε μια διαδικασία πολιτικής αναγέννησης του ΠΑΣΟΚ, αλλά φαίνεται ότι δεν θα αποφύγει τη διάλυση λόγω της στάσης της ηγεσίας του στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Στη συνεδρίαση σήμερα της κοινοβουλευτικής του ομάδας αναμένεται να φανεί καθαρά το ρήγμα που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στο κόμμα, με τους βουλευτές Γιώργο Αμυρά και Γρηγόρη Ψαριανό να τάσσονται κατά της υπερψήφισης της Συμφωνίας, τον Σπύρο Δανέλλη να είναι φανατικά υπέρ, τον Σπύρο Λυκούδη να αμφιταλαντεύεται γύρω από το Ναι, ενώ ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Γιώργος Μαυρωτάς να κλίνουν προς την υπερψήφιση.

Είναι κατανοητό να θέλει ένα κόμμα να φανεί συνεπές στις αρχές του, μια εκ των οποίων είναι και η επίλυση του Σκοπιανού μέσα από μια συμβιβαστική συμφωνία που θα περιλαμβάνει μια σύνθετη ονομασία και με τον όρο Μακεδονία. Από αυτό το σημείο όμως μέχρι την ουσιαστική παροχή πολιτικής νομιμοποίησης στον Αλέξη Τσίπρα μέσω της υπερψήφισης της Συμφωνίας με οριακή πλειοψηφία, υπάρχει μια μεγάλη απόσταση. Στην πράξη η ψήφος υπέρ της Συμφωνίας αποτελεί διάσπαση της αντιπολίτευσης, καθώς θα είναι οι μόνες ψήφοι από αντιπολιτευτικό κόμμα που θα λάβει η Κυβέρνηση. Θα ήταν διαφορετικά ίσως τα πράγματα εάν βουλευτές και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης σκόπευαν να υπερψηφίσουν τη Συμφωνία. Κανείς όμως βουλευτής του ΚινΑλ, της Νέας Δημοκρατίας και της Ένωσης Κεντρώων (δεν αναφέρω τη ΧΑ και το ΚΚΕ για ευνόητους λόγους) δεν πρόκειται να δώσει τη ψήφο του.

Εάν ο Σταύρος Θεοδωράκης ενδιαφέρεται πραγματικά για το συμφέρον της χώρας, θα μπορούσε να δηλώσει ότι δεν θα υπερψηφίσει τη Συμφωνία σε αυτή τη συγκυρία αλλά ότι θα την υπερψήφιζε μετά από τη διενέργεια πρόωρων εκλογών και αφού θα έχει εκφραστεί προηγουμένως ο ελληνικός λαός συνολικά για τη διακυβέρνηση. Μια νέα Κυβέρνηση θα μπορούσε να διαπραγματευθεί τη διόρθωση των προνοιών της Συμφωνίας και να υπηρετηθούν έτσι με τον βέλτιστο τρόπο τα εθνικά συμφέροντα και όχι απλά να πάρει ο Τσίπρας παράταση ζωής στην εξουσία.


Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα 'Φιλελεύθερος' στις 9 Ιανουαρίου 2019

Saturday, January 19, 2019

Η εξαχρείωση της πολιτικής έχει μεγάλο κόστος

Τα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ημερών με τη διάλυση ουσιαστικά των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, τη μεταπήδηση βουλευτών και Υπουργών τους στην Κυβέρνηση Τσίπρα και οι υπόγειες διαδρομές του Μαξίμου για να εξασφαλίσει τις πολυπόθητες πλειοψηφίες των 151 ψήφων για τη διατήρηση του καθεστώτος στην εξουσία και την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών έχουν καταρρακώσει το επίπεδο της πολιτικής και έστειλαν τα χειρότερα δυνατά δείγμαta πολιτικής και άλλων ειδών συναλλαγής στην κοινωνία.

Το παράδειγμα που λαμβάνει η κοινωνία από την αήθη συμπεριφορά των πολιτευτών των ΑΝΕΛ και του βουλευτή του Ποταμιού Σπύρου Δανέλλη είναι το παράδειγμα μιας πολιτικής τάξης που λειτουργεί με αμοραλισμό, χωρίς αρχές και που το μόνο που διεκδικεί είναι υπουργικές θέσεις, οφίκια και βόλεμα στις παρυφές της κυβερνητικής εξουσίας. Άνθρωποι που πολιτεύθηκαν με σημαία την προστασία του ονόματος της Μακεδονίας, βρέθηκαν να ξεχνούν τις δεσμεύσεις και τις υποσχέσεις τους σαν να μην συμβαίνει τίποτε και να αλλάζουν στρατόπεδο με πρόφαση τη “σταθερότητα της Κυβέρνησης”. Πολιτικοί που ξεκίνησαν την πορεία τους από τη φιλοβασιλική Δεξιά καταλήγουν τώρα στη διεθνιστική Αριστερά. Άλλοι πολιτικοί που πολιτεύθηκαν με το ΠΑΣΟΚ και με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν στους ΑΝΕΛ, μεταπηδούν στο Σύριζα και καταγγέλουν τώρα το ΠΑΣΟΚ ότι κατέστρεψε τη χώρα. Άλλος πολιτικός που διετέλεσε Υπουργός των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου, ισχυρίζεται τώρα ότι “πιέστηκε” να γίνει Υπουργός υπό τον Παπαδήμα για να ξεπλύνει το παρελθόν του και να καταλήξει άσπιλος στο Σύριζα. Βουλευτής του Ποταμιού αποφασίζει να στηρίξει την Κυβέρνηση και να εγκαταλήψει το κόμμα του, επειδή “αν δεν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης η Κυβέρνηση Τσίπρα δεν θα υπήρχε Συμφωνία των Πρεσπών”.

Όλα αυτά τα φαινόμενα πολιτικής σαπίλας έχουν τεράστιο κόστος για τη Δημοκρατία και τη χώρα. Η εξαχρείωση και εξαθλίωση της πολιτικής προκαλούν αηδία και απέχθεια στους πολίτες και αναζωπυρώνουν τα καταστροφικά στερεότυπα τύπου “όλοι ίδιοι είναι”, “γιατί να ψηφίσω, αφού όποιον και να ψηφίσω στο τέλος θα πουληθεί” και 'όλα είναι προαποφασισμένα και πουλημένα”. Οι “κωλοτούμπες” που προδίδουν τις αρχές βάσει των οποίων ψηφίστηκαν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί λειτουργούν ως δηλητήριο στον οργανισμό του πολιτεύματος, διότι υπονομεύουν την ίδια την ουσία της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Όταν ένας ψηφοφόρος ρίχνει την ψήφο του σε έναν πολίτη για να αντιπροσωπεύσει συγκεκριμένες ιδέες και αρχές, επενδύει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο για την ουσία του πολιτεύματος: την εμπιστοσύνη. Αν οι ψηφοφόροι εμπιστεύονται τους πολιτικούς για να κάνουν συγκεκριμένα πράγματα και εκείνοι τελικά κάνουν τα ακριβώς αντίθετα, τότε η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δημοκρατία κλονίζεται ανεπανόρθωτα. Θα ρωτήσει βέβαια κάποιος καλοπροαίρετα “μα δεν μπορεί κάποιος να αλλάξει γνώμη μέσα σε 4 χρόνια;”. Η απάντηση είναι απλή: όταν διαβεβαιώνεις τους ψηφοφόρους σου ότι κάτι δεν θα το αποδεχθείς “ποτέ”, δεν δικαιολογείται η αλλαγή στάσης. Πόσω μάλλον όταν δεν έχουν αλλάξει κάθόλου οι συνθήκες που σε οδήγησαν να υποσχεθείς “ποτέ”.

Το φαινόμενο βέβαια του πολιτικού αμοραλισμού ήταν διαδεδομένο και τα προηγούμενα χρόνια πριν από την κρίση, όμως τότε η ευθύνη για τις αμοράλ κωλοτούμπες βάραινε κυρίως τους πολιτικούς ηγέτες και όχι τους βουλευτές. Το κόστος όμως αυτής της πρακτικής το ζήσαμε με δραματικό τρόπο τα τελευταία χρόνια. Στις αρχές του 2009 ο Υπουργός Οικονομικών της Κυβέρνησης Καραμανλή διαβεβαίωνε ότι “η Οικονομία είναι θωρακισμένη” και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο υποψήφιος Πρωθυπουργός διαβεβαίωνε τον ελληνικό λαό πως “λεφτά υπάρχουν”. Λίγες μόνο εβδομάδες και μήνες αργότερα οι Έλληνες πολίτες άκουγαν εμβρόντητοι πως όχι μόνο η Οικονομία δεν είναι θωρακισμένη και πως λεφτά δεν υπάρχουν αλλά και πως θα πρέπει να υποστούν τη μεγαλύτερη οικονομική αφαίμαξη που έχει γίνει ποτέ σε δυτική χώρα. Αποτέλεσμα αυτής της εγκληματικής πολιτικής απάτης ήταν η γιγάντωση των αντιδημοκρατικών λαϊκιστικών κομμάτων αλλά και η δραματική και απειλητική εμφάνιση του νεοναζισμού.

Το τελευταίο αυτό φαινόμενο πολιτικού εκμαυλισμού έχει βέβαια έναν φυσικό αυτουργό και υποκινητή, διότι ουδείς πολιτευτής δεν εκμαυλίζεται και εξαχρειώνεται από μόνος του. Κύριος ένοχος και για αυτό το άθλιο και θλιβερό επεισόδιο υπονόμευσης του πολιτεύματος είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτός είναι εκείνος που ενορχήστρωσε την αποστασία των βουλευτών των ΑΝΕΛ και του Σπύρου Δανέλλη, με μόνο σκοπό την παραμονή για λίγους ακόμη μήνες στην εξουσία. Μια συνειδητή και κυνική δηλαδή απαξίωση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας με τη συγκρότηση Κυβέρνησης από ρετάλια, ώστε να εξασφαλιστεί η παραμονή στην πολύτιμη εξουσία. Θα ερωτούσε λογικά ένας ανυποψίαστος πολίτης “γιατί είναι τόσο σημαντική κ. Τσίπρα η παράταση της πρωθυπουργίας σας με αήθεις κοινοβουλευτικές πρακτικές;” και “αφού θεωρείτε ότι ο Σύριζα είναι πρώτο κόμμα και θα κερδίσετε τις εκλογές όποτε και αν αυτές γίνουν, τότε γιατί δεν προκηρύσσετε πρόωρες εκλογές για προστατεύσετε και το επίπεδο της Δημοκρατίας στα μάτια των πολιτών;”

Φυσικά δεν μπορούν να υπάρξουν απαντήσεις από τον Τσίπρα σε αυτά τα ερωτήματα, διότι γνωρίζει καλά ότι θα χάσει παταγωδώς στις εκλογές και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να εξαντλήσει κάθε ημέρα στην εξουσία για να προωθήσει τις άνομες επιδιώξεις του. Το δυστύχημα είναι ότι η χώρα θα πληρώσει βαρύ τίμημα για τον αμοραλισμό του Αλέξη Τσίπρα. Ελπίζω μόνο να μην είναι και μοιραίο.


Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Φιλελεύθερος" στις 18/1/2019

Monday, December 3, 2018

Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στην Ισπανία

Σε πλήρη αναδιάταξη το πολιτικό σκηνικό στην Ισπανία. Τα παλαιά κόμματα χάνουν μεγάλο μέρος της επιρροής τους όπως φάνηκε σήμερα στις περιφερειακές εκλογές στην Ανδαλουσία.

Ιστορικό προπύργιο των Σοσιαλιστών, που ήρθαν μεν πρώτοι με 28% αλλά κατέγραψαν σημαντικές απώλειες χάνοντας 7,5 μονάδες από τις εκλογές του 2015.
Σοβαρές απώλειες και για το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα που ήρθε δεύτερο με 20,8%.
Μεγάλοι κερδισμένοι οι Ciudadanos που ήρθαν τρίτοι με 18,3% και άνοδο 9 μονάδων και το νέο κόμμα της εθνικιστικής Δεξιάς Vox που έφτασε το 11%. Πεσμένη η Αριστερά (Podemos κλπ) στο 16,2%.

Με αυτό το αποτέλεσμα οι Σοσιαλιστές κινδυνεύουν να χάσουν την εξουσία στην τοπική κυβέρνηση της Ανδαλουσίας, αφού το άθροισμα των εδρών με τους Ποδέμος και την κομμουνιστική Αριστερά δεν αρκεί για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα στην Ανδαλουσία δυσκολεύει εξαιρετικά και τον ιδιο τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος δύσκολα πλέον θα αποφύγει τις πρόωρες εκλογές εντός του 2019.